Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

ΑΠ'ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΗΣ ΚΑΚΑΒΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ


Την ευθύνη για την τελική διαχάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων την ανέλαβε μια διεθνής επιτροπή με επικεφαλής τον Ιταλό στρατηγό Enrico Tellini, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης. Ο ιδιαίτερος ρόλος της Ιταλίας στην Αλβανία αναγνωριζόταν ήδη από το Πρωτόκολλο της 9 Νοεμβρίου 1921. Κάθε αλλαγή στο εδαφικό καθεστώς της Αλβανίας χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Ιταλίας θα σήμαινε για της τελευταία απειλή για την ασφάλεια της. Η επιτροπή έφτασε στην Ήπειρο στις 7 Μαρτίου 1923 και άρχισε τις εργασίες της τον Μάιο του ίδιου έτους. Ο ελληνικός πληθυσμός και οι ελληνικές αρχές αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τους ξένους αντιπροσώπους στην επιτροπή χάραξης και ιδίως τους Ιταλούς. Οι πρώτες αποφάσεις που έδιναν τα χωριά Κατούνα, Περδικάρι και Γιάνναρι - χωριά με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό- στην Αλβανία ενίσχυσαν τις υποψίες των Ελλήνων για μεροληψία της επιτροπής εις βάρος των ελληνικών δικαίων. Η ατμόσφαιρα είχε ηλεκτριστεί και με τις φήμες που έφθαναν στις ελληνικές αστυνομικές αρχές ότι πλούσιοι Αλβανοί μπέηδες είχαν συγκεντρώσει άνω των 20.000 λιρών με σκοπό να δωροδοκήσουν τα μέλη της επιτροπής χάραξης των συνόρων για να ευνοήσουν τις αλβανικές επιδιώξεις. Άλλες πάλι πληροφορίες της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου έκαναν λόγο για συννενοήσεις και επαφές μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Πρέβεζας, Παραμυθιάς, Μαρργαριτίου και Φιλιατών με με Αλβανούς από το Δέλβινο και την Κονίσπολη με σκοπό την προετοιμασία συνάντησης στην Κέρκυρα. Από την πλεύρα του ο ελληνικός Τύπος αντιμετώπιζε με καχυποψία τον Tellini και συχνά τον κατηγορούσε για μεροληψία υπέρ αλβανικών συμφρόντων.
Αλλά και η εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Αλβανία το καλοκαίρι του 1923 παρουσιαζόταν ασταθής για μια ακόμη φορά. Η κυβέρνηση του Αχμέτ Ζώγου αντιμετώπιζε τη δράση ενόπλων αντικαθεστωτικών ομάδων. Πολλές από αυτές ίσως χρηματοδοτούνταν από τους Ιταλούς, οι οποίοι επιδίωκαν τη δημιουργία ανώμαλης κατάστασης προκειμένου να επέμβουν αργότρα για τη διασφάλιση της τάξης.
Υπό αυτές τις συνθήκες κάθε εξέλιξη- ακόμα και η πιο ακραία- ήταν πιθανή και οι ισορροπίες έμοιαζαν εξαιρετικά ευαίσθητες. Στις 27 Αυγούστου 1923 το αυτοκίνητο της ιταλικής αντιπροσωπείας έπεσε σε ενέδρα αγνώστων κοντά στην Κακαβιά, στο 50χλμ. του δρόμου Ιωαννίνων - Άγιοι Σαράντα και σε απόσταση 9 χλμ. από το κοντινότερο ελληνικό φυλάκιο, ενώ μετέβαινε στα σύνορα για να συνεχίσει το έργο της οριοθεσίας. Αποτέλεσμα της επίθεσης των αγνώστων ήταν να δολοφονηθούν ο στρατηγός Tellini και τέσσερα μέλη της συνοδείας του, τρεις αξιωμετούχοι και ένας έλληνας μεταφραστής. Τα πτώματα βρέθηκαν από το αυτοκίνητο της ελληνικής αντιπροσωπείας με επικεφαλής τον Δ. Μποτσαρή, που ακολουθούσε το ιταλικό αυτοκίνητο προς τα σύνορα.
Από την πρώτη στιγμή οι Ιταλοί κατηγόρησαν την ελληνική κυβέρνηση ότι κρυβόταν πίσω από τον σχεδιασμό και την εκτέλεση των μελών της ιταλικής αντιπροσωπείας και ότι έιχε σκοπό τη μελλοντική μεταβολή των ελληνοαλβανικών συνόρων υπέρ της Ελλάδος. Ωστόσο, καμιά πειστική απόδειξη επίσημης ελληνικής ανάμειξης δεν εμφανίσθηκε. Οι ελληνικές αρχές αναφέρθηκαν άμεσα για οργανωμένο σχέδιο προβοκάτσιας απο αλβανούς. Ήδη από τον Ιούλιο του 1923 είχαν φθάσει στις ελληνικές αρχές πληροφορίες για την είσοδο στην Ελλάδα αλβανικών συμμοριών που υποκινούνταν απο την αλβανική κυβέρνηση. Ο υπουργός Στρατιωτικών της Αλβανίας σε συνεργασία με τον νομάρχη Αργυροκαστρου και τον αστυνομικό διευθυντή της ίδιας πεςριοχής φέρονταν να είχαν καλέσει ληστρικές συμμορίες Αλβανών και Βουλγάρων να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος και να προκαλέσουν ταραχές κατά τα τέλη του Αυγούστου. Λίγες μέρα ύστερα από τη δολοφονική επίθεση και ίσως κάτω από την πίεση της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης παραιτήθηκαν απ΄τις θέσεις τους ο νομάρχης και ο αστυνομικός διευθυντής Αργυροκάστρου. Ακόμα και ο Βρετανός υποπρόξενος στα Ιωάννινα Hall πίστευε ότι ίσως πίσω από το έγκλημα κρυβόταν ο Ιταλός συνταγματάρχης Vitzentzi, που από τις ελληνικές αρχές φερόταν να είναι αλβανικής καταγωγής, καθώς και αλβανικές συμμορίες. Σχεδόν ένα μήνα μετά την επίθεση έφτασε στις ελληνικές αρχές μια πληροφορία που ενίσχυε τις υποψίες οτι το επισόδειο ήταν σκηνοθετημένο από τους Ιταλούς. Το Ιταλικό προξενείο στα Ιωάννινα έιχε συμβουλέψει λίγο πριν το επεισόδιο τους Ιταλούς υπηκόους που διέμεναν στην ηπειρωτική πρωτευόυσα να εγκαταλείψουν την περιοχή πριν την 27 Αυγούστου 1923.
Το επεισόδιο της Κακαβιάς έδωσε την ευκαιρεία στη φασισιτκή κυβέρνηση του Μουσολίνι να αποκαλύψει την πολιτική που ήταν αποφασισμένη να ακολουθήσει στον τομέα των διεθνών σχέσεων. Στις 28 Αυγούστου ο Ιταλός πεσυβευτής στην Αθήνα Giulio Cesare Montagna διαμαρτυρήθηκε για το συμβάν στον Αλεξανδρή και δήλωσε ότι σύμφωνα με ασφαλείς πηγές τη δολοφονία την είχε διαπράξει ελληνική συμμορία με επικεφαλής έλληνα στρατιωτικό και οτι το γεγονός αυτό ήταν γνωστό και στους Έλληνες κατοίκους της περιοχής. Στις 29 Αυγούστου 1923 ο Μουσολίνιαπαίτησε με τελεσιγραφική διακοίνωση από την ελληνική κυβέρνηση την ικανοποίηση επτά αιτημάτων, καθώς για μια ακόμα φορά υποστήριζε ότι την επίθεση την είχαν σχεδιάσει και εκτελέσει Έλληνες. Τα αιτήματα που παρουσίασε στην ελληνική κυβέρνηση ο Ιταλός πρεσβευτής G.C Montagna είχαν ως ακολούθως:
1. Εκδήλωση συγνώμης με τον πλξρέστερο και πιο επίσημο τρόπο προς την ιταλική κυνέρνηση μέσω της ιταλικής πρεσβείας από την υψηλότερη ελληνική στρατιωωτική αρχή.
2. Τέλεση νεκρώσιμης ακολουθίας για τα θύματα της επίθεσης στην Κακαβιά στον ρωμαιοκαθολικό ναό της Αθήνας μα την παρουσία ολόκληρης της ελληνικής κυβερνησης.
3. Απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία από τμήματα του ελληνικού στόλου στο Φάληρο υπό την παρουσία μοίρας του ιταλικού στόλου.
4. Διεξαγωγή έρευνας επό τις ελληνικές αρχές με τη βοήθεια του Ιταλού στρατιωτικού ακολούθου συνταγματάρχη Rerrone (η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για την ασφάλεια του Perrone και θα διευθκόλυνε το έργο του με κάθε τρόπο, η έρευνα θα έπρεπε να ολοκληρωθει πέντε μέρες ύστερα από την αποδοχή των ιταλικών αξιώσεων).
5. Την επιβολή των ανώτερων ποινών για τους ενόχους.
6. Κταβολή αποζημίωσης 50 εκκατομυρίων ιταλικών λιρών.
7. Απόδοση στρατιωτικών τιμών στα πτώματα σε περίπτωση μεταφοράς τους σε ιταλικό πλοίο απο το λιμάνι της Πρέβεζας.

Αν και τα αιτήματα θεωρήθηκαν απαράδεκτα, η ελληνική κυβέρνηση φάνηκε διαλλακτική και πρόθυμη για συμβιβασμό και δέχθηκε να ικανοποιήσει την 1η,2η,3η και 7η αξίωση. Αρβήθηκε ωστόσο να ικανοποιήσει όρους που έθιγαν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, απέρριψε ως αβάσιμη από την πρώτη στιγμή την περίπτωση ανάμιξης Ελλήνων στην δολοφονική επίθεση και κατηγόρησε ως εκτελεστές ληστές αλβανικής καταγωγής. Η ελληνική πλευρά ενωπίον της ιταλικής αξώσης να ικανοποιηθούν όλοι οι όροι -ακόμα και όσοι κρίνονταν ότι έθιγαν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα- δήλωσε ότι θα κατέφευγε στο συνβούλιο της Κοινωνίας των Εθνων. Ο Μουσολίνι όμως ήταν αποφασισμένος να δράσει δυναμικά και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρεία για να επιδείξει στην Ευρώπη τη δυναμική της νέας ιταλικής εκωτερικής πολιτικής.

Στις 31 Αυγούσοτυ τρία θωρηκτά , τέσσερα καταδρομικά, έξι αντιτορπιλικά και υποβρύχιο του ιταλικού ναυτικού κατέφθασαν στο λιμάνι της Κέρκυρας με αρχική δύναμη 1.000 ανδρών. Δύο ιτσαλικοί αξιωματούχοι παρουσιάστηκαν στο νομάρχη της πόλης Ευριπαίο και του ζήτησαν μέσα σε δύο ώρες να τους παραδώσει την πόλη. Οι ελληνικές αρχές μη μπορώντας να επικοινωνήσουν με την Αθήνα, πήραν την απόφαση οι 80 Έλληνες στρατιώτες να μην προβάλλουν αντίσταση αλλά δεν απέσυραν τη στρατιωτική δύναμη από την πόλη. Στις 5 π.μ. και με τη συμπλήρωση 2 ωρών από την παράδοση του ιταλικού τελεσιγράφου, ο ιταλικός στόλος βομβάρδισε το φρούριο της πόλης και λίγο αργότερα ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν το νησί.

Πηγή: βιβλίο " Η ιταλική διπλωματία και η χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων", Λάμπρος Φλιτούρης , εκδόσεις Ισναφι, Ιωάννινα 2006


Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ


Ο θησαυρός του Αλή πασά του Τεπελενλή στα αγγλικά θησαυροφυλάκια ή δίπλα σε κυπαρίσσι στους Γεωργουσάτες;

Ο Αλή πασάς ο Τεπελενλής ήταν το πρόσωπο που σημάδεψε καθοριστικά την πορεία και την εξέλιξη της πόλης των Ιωαννίνων, καθώς και την νοοτροπία των κατοίκων της στη νεότερη ιστορία τους. Γεννημένος το 1744 στο Τεπελένι της Αλβανίας ο γιός της Χάμκως και του ληστή Βελή, αρβανίτης μουσουλμάνος, γίνεται το 1788 πασάς των Ιωαννίνων.
Αποδυναμώνει τους Τούρκους γαιοκτήμονες (μπέηδες και αγάδες φεουδάρχες) της περιοχής του, των οποίων σφετερίζεται την περιουσία τους και τα πλούτη τους.
Από το 1792, 1799 ασχολείται με την κατάκτηση του Σουλίου και τον Δεκέμβριο του 1803, υπογράφει τη συνθηκολόγηση με τους Σουλιώτες.
Το 1798 καταλαμβάνει με την ανοχή των Γάλλων, που τότε κυριαρχούν στα Επτάνησα, τη Νιβίτσα, στην ακτή της Χειμάρρας. Κατόπιν εκτοπίζει (και σφαγιάζει) τις φρουρές των Γάλλων από το Βουθρωτό και την Πρέβεζα. Η λίμνη του Βουθρωτού, στην περιοχή των Αγίων Σαράντα, είναι το αγαπημένο του καταφύγιο. Το 1819 αγοράζει από τους Άγγλους την Πάργα.

Θα ήταν αδιανόητο για την νοοτροπία και την απληστία του χαρακτήρα του, να ξεφύγει ο Αλή πασάς από τη σιγουριά και τη γοητεία του χρυσού.
Οι εκστρατείες εναντίον των Σουλιωτών, η συντήρηση του στρατού, το δίκτυο των πληροφοριοδοτών, τα δώρα στους ξένους περιηγητές απαιτούσαν καλό πουγγί με φλουριά ασημένια και χρυσά.
Ας αναφέρουμε ότι δυο πονηροί βενετσιάνοι αλχημιστές πέρασαν από το σεράι του και του υποσχέθηκαν έναντι αδράς αμοιβής την κατασκευή χρυσού, κι εκείνος τους έκλεισε στο κάστρο, δεν τους άφηνε να φύγουν αν δεν ανακάλυπταν τη μαγική συνταγή που τόσο πολύ επιθυμούσε.

Όταν μετά την πολύμηνη πολιορκία των Ιωαννίνων, καταφεύγει στο νησάκι της λίμνης στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα και με παγίδα πέφτει νεκρός, οι θησαυροί που καταμετρά ο Χουρσίτ πασάς – απεσταλμένος του σουλτάνου- είναι μόνο 45.000.000 γρόσια. Θεωρείται πολύ λίγος για το μέγεθος της ανάπτυξης που είχε πάρει το πασαλίκι των Ιωαννίνων, με συνέπεια να αποκεφαλιστεί ως ύποπτος και ο Χουρσίτ πασάς.

Από τότε δεν έπαψαν οι διάφορες φημολογίες για τον χαμένο θησαυρό του Αλή πασά και η αναζήτησή του από χρυσοθήρες παλιότερα, αλλά και πρόσφατα.
Έτσι δεν πρέπει να θεωρηθεί παράξενο το σκάψιμο κάποιων άγνωστων στο μαυσωλείο του Ασλάν πασά στο κάστρο της πόλης των Ιωαννίνων, όπως έγραψαν οι τοπικές εφημερίδες στις 15 Φεβρουαρίου 2000, προκειμένου να βρουν τον θησαυρό του Αλή πασά.

Σε σχόλιο της η εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών της 19/2/2000 γράφει: «Που βρίσκεται λοιπόν ο θησαυρός του Αλή; Από τα ιστορικά αρχεία που υπάρχουν και είναι καταγεγραμμένα, ο θησαυρός στάλθηκε από το γιό του Αλή, τον Μουχτάρ, το 1820 στην Πρέβεζα και εκεί φορτώθηκε σε αγγλικά πλοία με προορισμό τη Μάλτα. Οι εκτιμήσεις είναι ότι τελικά κατέληξε στα αγγλικά θησαυροφυλάκια. Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων το 1913, μια ιταλική εταιρεία πήρε άδεια, και για πέντε χρόνια κατέσκαψε κάθε πιθανή περιοχή με εκατοντάδες εργάτες, αναζητώντας τον θησαυρό. Εγκατέλειψαν όμως στη συνέχεια την προσπάθεια τους απογοητευμένοι. Θησαυρός …γιοκ λοιπόν και ας μη ταλαιπωρούνται άδικα οι σύγχρονοι χρυσοθήρες.

Ο παμπόνηρος και πανούργος Αλής θα εμπιστευόταν ποτέ ένα τόσο ακριβό μυστικό σε κανέναν; Δεν θα φρόντιζε να εξαφανίσει κάθε αποδεικτικό, ή το κυριότερο θα θόλωνε τα νερά με τη διασπορά παραπλανητικών φημών;
Σύμφωνα με βορειο Ηπειρώτη από τη Δρόπολη, που δούλευε σε οικοδομικά έργα το 1991 ο θησαυρός του Αλή περιήλθε στα χέρια του Εμβέρ Χότζα το 1966.
Οι αμύθητοι θησαυροί που μάζεψε ο Αλή πασάς του δημιούργησαν μεγάλο πρόβλημα για την εξασφάλιση τους. (Τότε δεν υπήρχε …Χρηματιστήριο, ομόλογα, να τα …επενδύσει, Τράπεζες να τα φυλάξει)

Η έδρα του πασαλικιού του τα Γιάννενα δεν πρόσφεραν τη σιγουριά που ήθελε.
Έστειλε έναν έμπιστό του στο χωριό Γεωργουσάτες της Δρόπολης. Αυτός βρήκε τρεις μαστόρους που έχτισαν μια κρυψώνα έξω από τους Γεωργουσάτες, κοντά σ΄ένα κυπαρίσσι μιας εκκλησίας. Όταν οι εργάτες τελείωσαν, ο έμπιστος του Αλή τους τουφέκισε με διαταγή του πασά. Στη συνέχεια ο Αλής σκότωσε τον έμπιστο, ώστε να είναι σίγουρος, σιγουρότατος, για τη μυστική κρυψώνα του θησαυρού.
Πλην όμως ένας από τους τρεις εργάτες τραυματίστηκε απλώς, και έκανε τον σκοτωμένο. Στη συνέχεια κρύφτηκε, όμως το μυστικό το εμπιστεύθηκε σε κάποιον δικό του, και αυτός στην κόρη του, η οποία έλεγε για το «κυπαρίσσι με το θησαυρό, που είναι κοντά σ’ αυτό, και θάτρεφε τη Δρόπολη για εκατό χρόνια.
Το 1966 κάποιοι εργάτες έσκαβαν στους Γεωργουσάτες, για να φτιάξουν ένα οχυρωματικό έργο – ένα από τα πολλά που συνήθιζε να κάνει το καθεστώς Χότζα.
Έφτασαν να σκάβουν κοντά στο κυπαρίσσι που αναφέραμε, όταν σκόνταψαν σ’ ένα τοίχο, πάχους δύο μέτρων περίπου. Συνέχισαν να εργάζονται μέχρι που βρήκαν μια πόρτα χοντρή σιδερένια, ενώ ταυτόχρονα την άλλη μέρα ήρθαν άνθρωποι του καθεστώτος και βρέθηκαν μπροστά σ’ έναν πραγματικό θησαυρό από χρυσάφι αμύθητης αξίας. Μια γουρούνα ολόχρυση δυο τόνων βάρους (2.000 κιλά) με δώδεκα γουρουνάκια χρυσά κι αυτά, σερβίτσια πιάτων και κουταλομαχαιροπήρουνα, όλα χρυσά. Ήρθε επί τόπου κι ο Εμβέρ Χότζα και ο θησαυρός μεταφέρθηκε μυστικά και επειγόντως πρώτα στα Τίρανα και μετά που;
Με το που βρέθηκε ο θησαυρός το 1966 η γιαγιά που διηγούνταν την ιστορία με το κυπαρίσσι και το θησαυρό έπαθε μελαγχολία και είκοσι χρόνια μετά, μέχρι το 1986 που άφησε την πνοη της, δεν έβγαλε μιλιά.
Ύστερα από αυτά για τον θησαυρό του Αλή πασά το λακωνικότατο «Σχόλιο ουδέν» που λέει και ο Αντώναρος, σας αφήνω στην κρίση σας να πιστέψετε ό,τι θέλετε!

(Από το βιβλίο του πολιτικού μηχανικού Γιάννη Παπαϊωάννου «Γεγονότα από τη νεότερη ιστορία» Ιωάννινα 2006)

(ΣΗΜ. Σύμφωνα με την Ελευθεροτυπία της 7 Μαίου 2000, ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Ιλίρ Μέτα διέταξε σχετική έρευνα στις 10 Μαρτίου 2000 για την κλοπή των αποθεμάτων χρυσού της Αλβανίας, αξίας 2,8 εκατομμυρίων δολλαρίων, ο οποίος εξαφανίστηκε μέσα από τη θωρακισμένη και φυλασσόμενη από ειδικές δυνάμεις σήρραγγα, όπου φυλάσσονταν τα αλβανικά αποθέματα χρυσού.)

Αναδημοσίευση απο http://ligapola.blogspot.com

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

ΜΠΕΚΤΑΣΗΔΕΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ


Οι μπεκτασήδες στην προσπάθεια τους να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους έναντι του σουννιτικού κρατικισμού, δε δίστασαν να απεθυνθούν και προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς και να ζητήσουν τη συνεργασία τους. Ειδικότερα σε ο, τι αφορά τη σύμπραξη Μπεκτασήδων με τους χριστιανούς πληθυσμούς της Βαλκανικής, για κοινούς αγώνες εναντίον του οθωμανικού δεσποτισμού και του σουννιτικού αυταρχισμού, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτές αρχίζουν με την πρωτοβουλία του σεϊχη Μπεντρεντιν. Σηματνικό ρόλο στη συνεργασία αυτή έπαιξαν και οι λαϊκές θρησκευτικές αντιλήψεις και ορισμένα έθιμα, τα οποία ήταν κοινά στους χριστιανικούς πληθυσμούς και τον μπεκτασιμσό. Ο ισλαμικός μυστικισμός , όπως τον ανέπτυξε στη διδασκαλία του ο σείχης Μπεντρεντιν, συνδυαζόταν αρμονικά με πολλά χριστιανικά και προχριστιανικά αρχαιοελληνικά κατάλοιπα, κατά τρόπο που τροφοδοτούσε τα λαϊκά θρησκευτικά και κοινωνικά κινήματα. Οι προσπάθειες που κατέβαλλε ο σεϊχης Μπεντρεντίν, ο αρχηγός των Χουρουφήδων, Φαζλουλάχ, ο μπεκτάσης ηγούμενος στον τεκκέ της Ρούσας ο Μπαλήμ Σουλτάν και άλλοι επώνυμοι σεϊχηδες, για το συγχρωτισμό δογματικών και λατρευτικών στοιχείων του χριστιανικού και ισλαμικού μυστικισμού, δημίουργησαν τις προυποθέσεις για την παραπέρα πορεία των καλών σχέσεων χριστιναών και μουσουλμάνων του βαλκανικού χώρου. Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί και τούτο, ότι από τη συνεργασία και σύμπραξη των Μπεκτασήδων με τους χριστιανικούς πληθυσμούς, δημιουργούνται οι ευνοικές προυποθέσεις για την εισροή άφθονων χριστιανικών προτύπων στη λατρευτική ζωή, αλλά και στο «πιστεύω» των Μπεκτασήδων. Ο συγχρωτισμός αυτός κάνει έντονη την παρουσία του όχι μόνο στο δογματικό μέρος της διδασκαλίας του μπεκτασισμού, αλλά και στα σύμβολα, στην αγιολατρεία, στο εορτολόγιο και στη χρησιμοποίηση κοινών λατρευτικών οίκων, οι οποίοι πολλές φορές χρησιμοποιούνταν από κοινού ή εναλλάξ μεταξύ χριστιανών και μπεκτασήδων μυστικιστών. Από την άποψη αυτή, έστω και σε εντελώς ανεπίσημη μορφή, στον βαλκανικό χωρο, συντελέστηκε μια διαθρησκευτική προσέγγιση μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων των δύο πλευρών, με αποτέλεσμα ο στενός συνεργάτης του σεϊχη Μπεντρεντιν, ο Περκλιτζέ Μουστφά, να διακυρήξει ότι « αν κάποιος από τους Τούρκους δηλώσει πως οι χριστιανοί δε σέβονται το Θεό, τότε ασεβεί» και ότι « κανέναςδεν είναι δυνατό να σωθεί παρά μόνο αν συμφωνεί με την πιστη των χριστινών». Εξάλλου η αποδοχή εκ μέρους των μπεκτασήδων χριστιανικών προτύπων και αγιαστικών μέσων, έκανε τη θρησκεία τους λιγότερο επικίνδυνη, για όσους χριστιανούς, εκ των πραγμάτων, ήδαν υποχρεωμένοι να εξισλαμισθούν. Αντί λοιπόν να επιλέξουν το σουννίτκο ισλάμ, το οποίο τους υποχρέωνε, εξ αρχής, να απαρνηθούν πλήρως την πατρώα θρησκεία τους, επέλεγαν τον μπεκτασισμό με τα χριστιανικά πρότυπα και τις φιλελεύθερες αρχές του που ασφαλώς επιβράδυνε σημαντικά τον τελειωτικό ισλαμισμό τους.


Πηγή: Βιβλίο "Μπεκτάσηδες Δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία", Υποσημείωση 2, Εκδόσεις Ισνάφι, Ιωαννινα 2005

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Η Ελληνική Κυβέρνηση καταδιώκει το κίνημα

Η Ελληνική Κυβέρνηση για να αποδείξει στις δυνάμεις ότι δεν ευνοεί το κίνημα των Βορειοηπειρωτών , την 22 Φεβρουαρίου αποστέλει τον "Άλφειον" και τον "Εύρωταν" προς καταστολή του κινήματος και παράδοση της πόλεως των Αγίων Σαράντα.
Η είδηση περί αποστολής πολεμικών προς αποκλεισμόν του λιμένος των Αγίων Σαράντα και η επικείμενη απόβαση Ελληνικού Στρατού στην Κέρκυρα προς κατάπνιξη του κινήματος ανησυχεί τους Βορειοηπειρώτες, έτσι ώστε οι Καραπάνος, Σπυρομήλιος, Δ. Δούλης και Γ. Δούλης επιβιβάζονται στα αυτοκίνητα με προορισμό τους Αγίους Σαράντα. Δεν κατόρθωσαν όμως να φτάσουν λόγω των κακών καιρικών συνθηκών και απεφεύχθει έτσι η σύγκρουση μεταξυ Αυτονιμιστών και Ελληνικού Στρατού.

Συμπλοκή μεταξύ Ελλήνων και Αυτονομιακών στο Γεωργουτσάτη

Παραλίγο σύρραξη θα επέρχετο μεταξύ ελληνικού και αυτονομιακού στρατού.
Στο Λεσκοβίκι οι επαναστάτες είχαν κρατήσει τέσσερα πολυβόλα. Προς παραλαβή αυτών απεστάλησαν εκεί ο λοχαγός Κατσόπουλος και οι ανθυπολοχαγοί Κρίκας και Δεπάστας. Ο αρχηγός όμως των επαναστατών αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα.
Οι αξιωματικοί χρησιμοποιόντας τις δυνάμεις της χωροφυλακής παρέλαβαν τα πολυβόλα δια της βίας.
Ευτυχώς οι επαναστάτες απέφυγαν να αντισταθούν και απεφεύχθει η αιματοχυσία.
Δυστυχώς δεν απεσοβήθει και εις τους Γεωργουτσάτες, σημείο ενώσεως της οδού Αργυροκάστρου - Ιωαννίνων με τον δρόμο για τους Αγίους Σαράντα μέσω Δελβίνου, όπου έδρευε η επιμελητεία του Ελληνικού Στρατού.
Δυνάμεις ιερολοχιτών υπό την αρχηγία του Καπετάν Κρεμμύδα όρμησαν να αρπάξουν πολεμοφόδια απο την εκεί αποθήκη. Ο επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης συνέστησς στους ιερολοχίτες να να απομακρυθούν, οι ιερολοχίτες όμως επέμεναν.
Ο αξιωματικός τότε του Ελληνικού Στρατού διέταξε τότε τις δυνάμεις του να ανοίξουν πυρ κατά των ιερολοχιτών. Με το άκουσμα των πρώτων πυροβολισμών προσέτρεξαν απο τα διπλανά χωριά ηπειρώτες οπλισμένοι με ξύλα και λίγα όπλα για να ενωθούν με τους ιερολοχίτες. Οι αρχηγοί όμως των ιερολοχιτών και του εθελοντικού σώματος, υπακούοντας στις αυστηρότατες διαταγές της Προσωρινής Κυβέρνησης της Ηπείρου, απέτρεψαν τους άνδρες τους να πυροβολήσουν.
Πράγματι, ουδείς πυροβολισμός ερρίφθει εναντίον του στρατού.
Τα πυρά όμως των στρατιωτών είχαν ως συνέπεια τον τραυματισμό επτά ιερολοχιτών και εθελοντών, καθώς και δύο γυναικών. Ένας από τους οπαδούς του Καπετάν Κρεμμύδα, επιτέθηκε εναντίον του επειδή εμπόδισε τους εθελοντές να απαντήσουν στα πυρά του ελληνικού στρατού. Πυροβόλησε κατά του οπλαρχηγού για να τον φονεύσει, η σφαίρα όμως απέτυχε του σκοπού της.

Η Ελληνική Κυβέρνηση απαγορεύει τα συλλαλητήρια

Η Ελλάς για να φανεί ευάρεστος στις Δυνάμεις και να αποδείξει ότι δεν ενθαρρύνει ούτε βοηθά τους Βορειοηπειρώτες καταπνίγει πάσα εκδήλωση εντός του Ελληνικού Κράτους.
Εκτός των άλλων απαγόρευσε και το προαναγγελθέν συλλαλητήριο διαμαρτυρίας για την 5 Μαρτίου, υπέρ της σφαγιαζόμενης Βορείου Ηπείρου.
Η διεύθυνση της αστυνομίας, συνεπείς στις διαταγές της Κυβέρνησης, εξέδωσε το κάτωθι ανακοινωθέν:
"Έχοντας υπόψη τας υπό των εφημερίδων δημοσιευόμενας ειδήσεις περί συγκροτήσεως συλλαλητηρίων Κυριακήν και την εκ τούτου πιθανήν διάρρηξη της τάξεως, ίδοντες το άρθρον 10 του Συντάγματος, απαγορεύομεντην συγκρότησιν συλλαλητηρίου και πάσαν σχετικήν συνάθροισιν εν Αθήναις και Πειραιει.
Συνιστώμεν εις τους φιλήσυχους πολίτας να έχωσιν υπόψη ότι πάσα εις τας νομίμους προσταγάς των Αρχών αντίστασις, θα αντιμετωπίσει το κράτος του Νόμου"

Πηγή: Βιβλίο " Ο Βορειοηπειρωτικός Αγών (1914)", Κωνσταντίνου Σκενδέρη, Εκδόσεις Πελασγός.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

ΣΚΑΒΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ




Κατά τη διάρκεια της παραμονής του ελληνικού στρατού στη Ν. Αλβανία και ως την οριστική διευθέτηση του συνοριακού ζητήματος το ελληνικό κράτος, μέσω της Γενικής Διοικήσεως Ηπείρου και της άδειας και επιστημονικής εποπτείας της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, οργάνωσε και χρηματοδότησε ενα ευρύ πρόγραμμα αρχαιολογικών ερευνών με επικεφαλής τον Δημήτριο Ευαγγελίδη, έναν από τους πρώτους ανασκαφείς του Ιερού του Δίος στη Δωδώνη. Στόχος του προγράμματος ήταν τόσο η αποκάλυψη ερειπίων της αρχαίας και βυζαντινής περιόδου, όσο και η προσπάθεια τοπογραφικής ταύτησης θέσεων σε ολόκληρη την 'Ηπειρο. Ο Αλέξανδρος Φιλαδελφευς ανέλαβε την έναρξη ανασκαφών στη Νικόπολη, ενώ ο Δημήτριος Ευαγγελίδης ορίστηκε υπεύθυνος για τις έρευνες στη Ν. Αλβανία ή τη Βορειοδυτική Ήπειρο, όπως απουκαλούνταν η περιοχή από την ελληνική πλευρά υποδηλώνοντας τη φυσική και πολιτιστική σύνδεση με το ελληνικό τμήμα της Ηπείρου. Με επιφανειακές έρευνες εντοπίστηκαν ακροπόλεις και οχυρωμένοι οικισμοί σε κορυφές βουνών, αλλά και διάσπαρτα νεκροταφεία σε πολλές κοιλάδες και οροπέδια.
Ιδιαίτεη βαρύτητα δόθηκε στην περιοχή του Αργυροκάστρου και της αρχαίας πόλης της Γέρμας, στη Χιμάρα, στα ερείπια της αρχαίας πόλης του Ογχησμού στη θέση που βρίσκονται σήμερα οι Άγιοι Σαράντα, στο Τεπελένι και στην αρχαία Φοινίκη. Διάσπαρτες επιγραφές στα ελληνικά περισυνελέγησαν και έγινε προσπάθεια ταύτισης όλων των αρχαίων θέσεων, όχι πάντοτε επιτυχημένα. Ο Ευαγγελίδης πραγματοποίησε μικρής εμβέλειας ανασκαφή σε αρχαίο νεκροταφείο (πιθανώς του 3ου αι. π.Χ) στο χωριό Πύλιουρι της Χιμάρας, όπου ντόπιοι είχαν εντοπίσει δύο τάφους, και σε ακρόπολη στο χωριό Borsh, νότια της Χιμάρας, την οποία είχε ιδρύσει ο Αλή Πασάς επάνω σε παλαιότερα προχριστιανικά ερείπια. Επίσης, η έρευνα διεξήχθη και στην αρχαία Αντιγονεία, στην κοιλάδα του Δρίνου, την οποία ίδρυσε ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος το 296 π.Χ, στα ερείπια του αρχαίου Όγχησμου στην οποία αποκαλύφθηκαν πολλά ψηφιδοτά δάπεδα των ρωμαικών χρόνων, καθώς και στην οχυρή θέση του Τεπελενιού, όπου εντοπίστηκαν σημαντικές ενεπίγραφες στήλες, μία εκ των οποίων, πιθανώς αναφέρεται σε ιερό του Ποσειδώνος.
Παράλληλα πρέπει να σημειωθεί η έντονη δραστηριότητα της ελληνικής αποστολής στην καταγραφή και τον εντοπισμό των αμέτρητων βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών σε ολόκληρη την Ήπειρο (νότια και βόρεια) και ιδιαίτερα στην περιοχή του Λαμπόβου, της Επισκοπής, του Μεσοποτάμου και του Ζερβατιού. Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία ενίσχυσε την έρευνα στην περιοχή του Δελβίνου, όπου σώζονταν λείψανα ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρονων , αλλά και το συγκρότημα της Μονής του Αγίου Νικολάου, όπως επίσης και την έρευνα στη Μονή Ραβένιας και Κοκεμέας, ανάμεσα στο Τεπελένι και τη Χιμάρα.
Ταυτόχρονα, ενίσχυσε τη σταδιακή μετατροπή των σλαβικών, τουρκικών και αλβανικών τοπωνυμίων σε ελληνικά, πολιτική στην οποία η αρχαιολογική έρευνα του Ευαγγελίδη μπορούσε να προσφέρει το ιστορικό και επιστημονικό υπόστρωμα για την εφαρμογή της. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κάθε ευκαιρεία ο Ευαγγελίδης τόνιζε την ελληνικότητα των εθίμων της περιοχής και προσπαθούσε να ταυτίσει τα σύγχρονα χωριά με τις αρχαίες πόλεις χρησιμοποιώντας και τις αρχαίες πηγές, συμμτέχοντας στην κεντρική πολιτική απόφαση στήριξης της εδαφικής ενσωμάτωσης της Βορείου Ηπείρου σε ιστορικά και αρχαιολογικά δικαιώματα. Η αρχαιολογία, εις βάρος της ίδιας της υπόστασης της, αναγκαλίζεται σφιχτά με την κρατική πολιτική και, όντας προετοιμασμένη, της παρέχει άμεσα όλες τις αναγκαίες προυποθέσεις για τη θεωρητική και επιστημονική στήριξη πολιτικών ιδεολογιών. Ο δρόμος, που άνοιξε στη Νεότερη Εποχή ο Μέγας Ναπολέων, εφαρμόζεται πλήρως στην περίπτωση της Βορείου Ηπέιρου μετατρέποντας τους αντικειμενικούς στόχους της επιστημονικής έρευνας σε δεκανίκι της οποιασδήποτε "σωστής ή λανθασμένης" ιδεολογίας, εν προκειμένου, στην επικράτηση της Μεγάλης Ιδέας.

Πηγη: Βιβλίο "Σκάβωντας στην Αλβανία" Άκης Τσώνος, εκδόσεις Ισνάφι. Απρίλιος 2009




Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΤΑ ΦΥΛΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΑ

Η Ήπειρος διαιρείται σε τρία διακεκριμένα τμήματα, ως εξής:

α) Στο τμήμα μεταξύ των ποταμών Αράχθου και Θυάμιδος (Καλαμά) με γενική πρωτεύσουσα τα Ιωαννινα και επαρχιακές πρωτεύουσες τη Φιλιππιάδα, τη Πρέβεζα , το Μαργαρίτη, την Παραμυθιά, την Κόνιτσα και το Μέτσοβο.

β) Στο τμήμα μεταξύ των ποταμών Θυάμιδος και Αωού με επαρχιακές πρωτεύουσες το Αργυρόκαστρο έδρα Μουτεσαριφλικίου, τους Φιλιάτες, το Δέλβινο, τη Χειμάρρα, την Πρεμετή, το Τεπελένι και τον Αυλώνα.

γ) Στο τμήμα μεταξύ Αωού και Άψου με πρωτεύουσα Νομού το Μπεράτι και επαρχιακές πρωτεύουσες την Αυλώνα, τη Γουσνίτσκαν και τη Λουσνίτσικαν και το Λιεσκοβίκι του Νομού Αργυροκάστρου.

Η 'Ηπειρος διαιρείται σε τέσσερεις Νομούς, υπό μία Γενική Διοίκηση, τα Ιωάννινα ως εξής:

Α'. Νομός Ιωαννίνων με έξι επαρχίες: 1) Ιωαννίνων, 2) Παραμυθιάς, 3) Φιλιάτων, 4) Κονίτσης, 5) Μετσόβου και 6) Λιεσκοβικίου

Β'. Νομός Πρεβέζης με τρεις επαρχίες: 1) Πρεβέζης, 2) Λούρου-Φιλιππιάδος και 3) Μαργαριτίου.

Γ'. Νομός Αργυροκάστρου με έξι επαρχίες: 1) Αργυροκάστρου, 2) Πωγωνίου, 3) Πρεμετής, 4) Δελβίνου, 5) Χειμάρρας-Λιαπουριάς και 6) Τεπελενίου.

Δ'. Νομός Μπερατίου με τέσσερεις επαρχίες: 1) Μπερατίου, 2) Αυλώνος, 3) Γουσνίτσκας και 4) Λουσνίτσκας.

Πρώτο τμήμα

Η Επαρχία Ιωαννίνων κατοικείται απο 90 χιλιάδες, διαιρούμενων κατά φύλα ως εξής:
80 χιλιάδες Ελλήνες, εκ των οποίων 76 χιλιάδες χριστιανοί και 4 χιλιάδες μωαμεθανοί.
5 χιλιάδες Βλάχοι, άπαντες χριστιανοί
2,5 χιλιάδες Αρβανιτόβλαχοι, άπαντες χριστιανοί
και 2,5 χιλιάδες Ισραελίτες εντός της πόλεως των Ιωαννίνων.

Η Επαρχία Λούρου-Φιλιππιάδας κατοικείται από 14 χιλιάδες ψυχές εξ ολοκλήρου Έλληνες.
13,5 χιλιάδες χριστιανόι και 500 μωαμεθανοί.

Η Επαρχία Πρεβέζης κατοικείται από 10 χιλιάδες ψυχές εξ ολοκλήρου Έλληνες, εκ των οποίων οι 9 χιλιάδες χριστιανοί και χίλιοι μωαμεθανοί.

Η Επαρχία Μαργαριτίου κατοικείται απο 24 χιλιάδες ψυχες, εκ των οποίων 19,5 χιλιάδες Αλβανοί και 4,5 χιλιάδες Έλληνες. Απ΄τις 19,5 χιλιάδες αλβανών οι 15 χιλιάδες μωαμεθανοί και οι υπόλοιποι χριστιανοί όπως και το σύνολο των Ελλήνων.

Η Επαρχία Παραμυθιάς κατοικείται από 15 χιλιάδες ψυχές, εκ των οποίων 7,5 χιλιάδες Ελλήνες και 7,5 χιλιάδες Αλβανοί. Συνολικά 9 χιλιάδες χριστιανοί και 6 χιλιάδες μωαμεθανοί.

Η Επαρχία Μετσόβου κατοικείται από 5,5 χιλιάδες ψυχές στο σύνολο χρηστιανοί, εκ των οποίων 3 χιλιάδες Ελληνες και 2,5 Βλάχοι.

Η Επαρχία Κονίτσης κατοικείται από 17,5 χιλιάδες ψυχές εξ ολοκλήρου Έλληνες, εκ των οποίων 17400 χριστιανοί και 100 μωαμεθανοί.

Δεύτερο Τμήμα

Τμήμα της υποεπαρχίας Κουμέντων, εξαρτώμενης εκ της επαρχίας Ιωαννινων, κατοικείται από 5 χιλιάδες ψυχές, όλοι τους Έλληνες χριστιανοι.

Η Επαρχία Φιλιάτων κατοικείται απο 25 χιλιάδες ψυχές, εκ των οποίων 15 χιλιάδες Έλληνες χριστιανοί και 10 χιλιάδες Αλβανοί μωαμεθανοί.

Η Επαρχία Αργυροκάστρου κατοικείται απο 31,5 χιλιάδες ψυχές, εκ των οποίων 18,5 χιλιάδες Έλληνες και 13 χιλιάδες Αλβανοί. Συνολικά 25 χιλιάδες χριστιανοί και 6,5 μωαμεθανοί.

Η Επαρχία Πωγωνίου κατοικείται απο 2.5 χιλιάδες ψυχές, όλοι Έλληνες χριστιανοί.

Η Επαρχία Πρεμετής κατοικέιται από 8 χιλιάδες ψυχές, όλοι τους Αλβανοί. 3 χιλιάδες χριστιανοί και 5 χιλιάδες μωαμεθανοί.

Η Επαρχία Δελβίνου κατοικείται από 20 χιλιάδες ψυχές , εκ των οποίων οι 18 χιλιάδες Έλληνες χριστιανοί και 2 χιλιάδες Αλβανοί μωαμεθανοί.

Η Επαρχία Χειμάρρας-Λιαπουριάς κατοικείται απο 16 χιλιάδες ψυχές , εκ των οποίων 4 χιλιάδες Έλληνες και 12 χιλιάδες Αλβανοί. Συνολικά 8 χιλιάδες χριστιανοί και 8 χιλιάδες μωαμεθανοί.

Η Επαρχία Τεπελενιού κατοικείται απο 8 χιλιάδες ψυχες εξ ολοκλήρου Αλβανοί. Εξ αυτών 3 χιλιάδες χριστιανοί και 5 χιλιάδες μουσουλμάνοι.

Η Επαρχία Αυλώνος του Νομου Βερατίου κατοικείται απο 27,5 χιλιάδες ψυχές, εκ των οποίων 25 χιλιάδες Αλβανοί και 2,5 Αρβανιτόβλαχοι σκηνίται. Εξ αυτών 20 χιλιάδες μωαμεθανοί και 7,5 χιλιάδες χριστιανοί.

Το τρίτο τμήμα κατοικείται εξ ολοκλήρου απο Αλβανούς.
Στο Νομό Μπερατίου εκ των 92,5 χιλιάδων κατοίκων οι 60 χιλιάδες ήταν χριστινοί και οι 32,5 μωαμεθανοί. Ο πληθυσμός των υπόλοιπων 3 επαρχιών ανέρχονταν σε 64,5 χιλιάδες εκ των οποίων χίλιοι ήταν Έλληνες και 63,5 χιλιάδες Αλβανοί. Απ αυτούς 31 χιλιάδες ήταν χριστιναοί και 33,5 χιλιάδες μωαμεθανοί.

Πηγή: Βιβλίο " Η Ηπειρος" Χρήστος Χρηστοβασίλης. Εκδόσεις Πελεκάνος , Νεοελληνική Γραμματεία
Πιθανολογούμενη χρονολογία πρώτης έκδοσης 1902