Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

ΑΠ'ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΗΣ ΚΑΚΑΒΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ


Την ευθύνη για την τελική διαχάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων την ανέλαβε μια διεθνής επιτροπή με επικεφαλής τον Ιταλό στρατηγό Enrico Tellini, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης. Ο ιδιαίτερος ρόλος της Ιταλίας στην Αλβανία αναγνωριζόταν ήδη από το Πρωτόκολλο της 9 Νοεμβρίου 1921. Κάθε αλλαγή στο εδαφικό καθεστώς της Αλβανίας χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Ιταλίας θα σήμαινε για της τελευταία απειλή για την ασφάλεια της. Η επιτροπή έφτασε στην Ήπειρο στις 7 Μαρτίου 1923 και άρχισε τις εργασίες της τον Μάιο του ίδιου έτους. Ο ελληνικός πληθυσμός και οι ελληνικές αρχές αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τους ξένους αντιπροσώπους στην επιτροπή χάραξης και ιδίως τους Ιταλούς. Οι πρώτες αποφάσεις που έδιναν τα χωριά Κατούνα, Περδικάρι και Γιάνναρι - χωριά με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό- στην Αλβανία ενίσχυσαν τις υποψίες των Ελλήνων για μεροληψία της επιτροπής εις βάρος των ελληνικών δικαίων. Η ατμόσφαιρα είχε ηλεκτριστεί και με τις φήμες που έφθαναν στις ελληνικές αστυνομικές αρχές ότι πλούσιοι Αλβανοί μπέηδες είχαν συγκεντρώσει άνω των 20.000 λιρών με σκοπό να δωροδοκήσουν τα μέλη της επιτροπής χάραξης των συνόρων για να ευνοήσουν τις αλβανικές επιδιώξεις. Άλλες πάλι πληροφορίες της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου έκαναν λόγο για συννενοήσεις και επαφές μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Πρέβεζας, Παραμυθιάς, Μαρργαριτίου και Φιλιατών με με Αλβανούς από το Δέλβινο και την Κονίσπολη με σκοπό την προετοιμασία συνάντησης στην Κέρκυρα. Από την πλεύρα του ο ελληνικός Τύπος αντιμετώπιζε με καχυποψία τον Tellini και συχνά τον κατηγορούσε για μεροληψία υπέρ αλβανικών συμφρόντων.
Αλλά και η εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Αλβανία το καλοκαίρι του 1923 παρουσιαζόταν ασταθής για μια ακόμη φορά. Η κυβέρνηση του Αχμέτ Ζώγου αντιμετώπιζε τη δράση ενόπλων αντικαθεστωτικών ομάδων. Πολλές από αυτές ίσως χρηματοδοτούνταν από τους Ιταλούς, οι οποίοι επιδίωκαν τη δημιουργία ανώμαλης κατάστασης προκειμένου να επέμβουν αργότρα για τη διασφάλιση της τάξης.
Υπό αυτές τις συνθήκες κάθε εξέλιξη- ακόμα και η πιο ακραία- ήταν πιθανή και οι ισορροπίες έμοιαζαν εξαιρετικά ευαίσθητες. Στις 27 Αυγούστου 1923 το αυτοκίνητο της ιταλικής αντιπροσωπείας έπεσε σε ενέδρα αγνώστων κοντά στην Κακαβιά, στο 50χλμ. του δρόμου Ιωαννίνων - Άγιοι Σαράντα και σε απόσταση 9 χλμ. από το κοντινότερο ελληνικό φυλάκιο, ενώ μετέβαινε στα σύνορα για να συνεχίσει το έργο της οριοθεσίας. Αποτέλεσμα της επίθεσης των αγνώστων ήταν να δολοφονηθούν ο στρατηγός Tellini και τέσσερα μέλη της συνοδείας του, τρεις αξιωμετούχοι και ένας έλληνας μεταφραστής. Τα πτώματα βρέθηκαν από το αυτοκίνητο της ελληνικής αντιπροσωπείας με επικεφαλής τον Δ. Μποτσαρή, που ακολουθούσε το ιταλικό αυτοκίνητο προς τα σύνορα.
Από την πρώτη στιγμή οι Ιταλοί κατηγόρησαν την ελληνική κυβέρνηση ότι κρυβόταν πίσω από τον σχεδιασμό και την εκτέλεση των μελών της ιταλικής αντιπροσωπείας και ότι έιχε σκοπό τη μελλοντική μεταβολή των ελληνοαλβανικών συνόρων υπέρ της Ελλάδος. Ωστόσο, καμιά πειστική απόδειξη επίσημης ελληνικής ανάμειξης δεν εμφανίσθηκε. Οι ελληνικές αρχές αναφέρθηκαν άμεσα για οργανωμένο σχέδιο προβοκάτσιας απο αλβανούς. Ήδη από τον Ιούλιο του 1923 είχαν φθάσει στις ελληνικές αρχές πληροφορίες για την είσοδο στην Ελλάδα αλβανικών συμμοριών που υποκινούνταν απο την αλβανική κυβέρνηση. Ο υπουργός Στρατιωτικών της Αλβανίας σε συνεργασία με τον νομάρχη Αργυροκαστρου και τον αστυνομικό διευθυντή της ίδιας πεςριοχής φέρονταν να είχαν καλέσει ληστρικές συμμορίες Αλβανών και Βουλγάρων να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος και να προκαλέσουν ταραχές κατά τα τέλη του Αυγούστου. Λίγες μέρα ύστερα από τη δολοφονική επίθεση και ίσως κάτω από την πίεση της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης παραιτήθηκαν απ΄τις θέσεις τους ο νομάρχης και ο αστυνομικός διευθυντής Αργυροκάστρου. Ακόμα και ο Βρετανός υποπρόξενος στα Ιωάννινα Hall πίστευε ότι ίσως πίσω από το έγκλημα κρυβόταν ο Ιταλός συνταγματάρχης Vitzentzi, που από τις ελληνικές αρχές φερόταν να είναι αλβανικής καταγωγής, καθώς και αλβανικές συμμορίες. Σχεδόν ένα μήνα μετά την επίθεση έφτασε στις ελληνικές αρχές μια πληροφορία που ενίσχυε τις υποψίες οτι το επισόδειο ήταν σκηνοθετημένο από τους Ιταλούς. Το Ιταλικό προξενείο στα Ιωάννινα έιχε συμβουλέψει λίγο πριν το επεισόδιο τους Ιταλούς υπηκόους που διέμεναν στην ηπειρωτική πρωτευόυσα να εγκαταλείψουν την περιοχή πριν την 27 Αυγούστου 1923.
Το επεισόδιο της Κακαβιάς έδωσε την ευκαιρεία στη φασισιτκή κυβέρνηση του Μουσολίνι να αποκαλύψει την πολιτική που ήταν αποφασισμένη να ακολουθήσει στον τομέα των διεθνών σχέσεων. Στις 28 Αυγούστου ο Ιταλός πεσυβευτής στην Αθήνα Giulio Cesare Montagna διαμαρτυρήθηκε για το συμβάν στον Αλεξανδρή και δήλωσε ότι σύμφωνα με ασφαλείς πηγές τη δολοφονία την είχε διαπράξει ελληνική συμμορία με επικεφαλής έλληνα στρατιωτικό και οτι το γεγονός αυτό ήταν γνωστό και στους Έλληνες κατοίκους της περιοχής. Στις 29 Αυγούστου 1923 ο Μουσολίνιαπαίτησε με τελεσιγραφική διακοίνωση από την ελληνική κυβέρνηση την ικανοποίηση επτά αιτημάτων, καθώς για μια ακόμα φορά υποστήριζε ότι την επίθεση την είχαν σχεδιάσει και εκτελέσει Έλληνες. Τα αιτήματα που παρουσίασε στην ελληνική κυβέρνηση ο Ιταλός πρεσβευτής G.C Montagna είχαν ως ακολούθως:
1. Εκδήλωση συγνώμης με τον πλξρέστερο και πιο επίσημο τρόπο προς την ιταλική κυνέρνηση μέσω της ιταλικής πρεσβείας από την υψηλότερη ελληνική στρατιωωτική αρχή.
2. Τέλεση νεκρώσιμης ακολουθίας για τα θύματα της επίθεσης στην Κακαβιά στον ρωμαιοκαθολικό ναό της Αθήνας μα την παρουσία ολόκληρης της ελληνικής κυβερνησης.
3. Απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία από τμήματα του ελληνικού στόλου στο Φάληρο υπό την παρουσία μοίρας του ιταλικού στόλου.
4. Διεξαγωγή έρευνας επό τις ελληνικές αρχές με τη βοήθεια του Ιταλού στρατιωτικού ακολούθου συνταγματάρχη Rerrone (η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για την ασφάλεια του Perrone και θα διευθκόλυνε το έργο του με κάθε τρόπο, η έρευνα θα έπρεπε να ολοκληρωθει πέντε μέρες ύστερα από την αποδοχή των ιταλικών αξιώσεων).
5. Την επιβολή των ανώτερων ποινών για τους ενόχους.
6. Κταβολή αποζημίωσης 50 εκκατομυρίων ιταλικών λιρών.
7. Απόδοση στρατιωτικών τιμών στα πτώματα σε περίπτωση μεταφοράς τους σε ιταλικό πλοίο απο το λιμάνι της Πρέβεζας.

Αν και τα αιτήματα θεωρήθηκαν απαράδεκτα, η ελληνική κυβέρνηση φάνηκε διαλλακτική και πρόθυμη για συμβιβασμό και δέχθηκε να ικανοποιήσει την 1η,2η,3η και 7η αξίωση. Αρβήθηκε ωστόσο να ικανοποιήσει όρους που έθιγαν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, απέρριψε ως αβάσιμη από την πρώτη στιγμή την περίπτωση ανάμιξης Ελλήνων στην δολοφονική επίθεση και κατηγόρησε ως εκτελεστές ληστές αλβανικής καταγωγής. Η ελληνική πλευρά ενωπίον της ιταλικής αξώσης να ικανοποιηθούν όλοι οι όροι -ακόμα και όσοι κρίνονταν ότι έθιγαν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα- δήλωσε ότι θα κατέφευγε στο συνβούλιο της Κοινωνίας των Εθνων. Ο Μουσολίνι όμως ήταν αποφασισμένος να δράσει δυναμικά και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρεία για να επιδείξει στην Ευρώπη τη δυναμική της νέας ιταλικής εκωτερικής πολιτικής.

Στις 31 Αυγούσοτυ τρία θωρηκτά , τέσσερα καταδρομικά, έξι αντιτορπιλικά και υποβρύχιο του ιταλικού ναυτικού κατέφθασαν στο λιμάνι της Κέρκυρας με αρχική δύναμη 1.000 ανδρών. Δύο ιτσαλικοί αξιωματούχοι παρουσιάστηκαν στο νομάρχη της πόλης Ευριπαίο και του ζήτησαν μέσα σε δύο ώρες να τους παραδώσει την πόλη. Οι ελληνικές αρχές μη μπορώντας να επικοινωνήσουν με την Αθήνα, πήραν την απόφαση οι 80 Έλληνες στρατιώτες να μην προβάλλουν αντίσταση αλλά δεν απέσυραν τη στρατιωτική δύναμη από την πόλη. Στις 5 π.μ. και με τη συμπλήρωση 2 ωρών από την παράδοση του ιταλικού τελεσιγράφου, ο ιταλικός στόλος βομβάρδισε το φρούριο της πόλης και λίγο αργότερα ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν το νησί.

Πηγή: βιβλίο " Η ιταλική διπλωματία και η χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων", Λάμπρος Φλιτούρης , εκδόσεις Ισναφι, Ιωάννινα 2006


3 σχόλια:

  1. Λάθος χειρισμοί από την ελληνική διπλωματία

    Του Θανου Bερεμη*

    Στις 15 Μαΐου (ν.ημ.) 1920, η Ελλάδα και η Αλβανία συμφωνούσαν να αποδεχθούν τον διακανονισμό που θα πρότεινε η Πρεσβευτική Διάσκεψη (ένα νεόκοπο διεθνές όργανο) για τα κοινά τους σύνορα. Η Διάσκεψη, η οποία άρχισε τις εργασίες της τον Ιανουάριο του 1920, ιδρύθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις με σκοπό τη ρύθμιση εθνικών διαφορών που θα παρουσιάζονταν από την εφαρμογή των συνθηκών της ειρήνης. Στη Διάσκεψη μετείχαν αντιπρόσωποι της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας, ενώ ο αντιπρόσωπος των ΗΠΑ παρευρισκόταν μόνο ως παρατηρητής, γιατί το Κογκρέσο είχε αρνηθεί να επικυρώσει τη Συνθήκη των Βερσαλλιών.

    Ενα μήνα μετά την ελληνο-αλβανική συμφωνία, η Γαλλία παραχώρησε στην Αλβανία την περιοχή της Κορυτσάς που βρισκόταν υπό γαλλική κατοχή από το 1916. Η Κορυτσά είχε περιληφθεί στα αλβανικά εδάφη από το 1913, αλλά η Ελλάδα πρόβαλλε σοβαρές αντιρρήσεις για την τελική ένταξη, υποδεικνύοντας την ελληνικότητα του πληθυσμού της περιοχής. Εκτός από την Ελλάδα, τον διακανονισμό του 1913 αμφισβητούσε και η Γιουγκοσλαβία και ζητούσε επίσης επανεκτίμηση και των δικών της συνόρων με την Αλβανία. Η Διάσκεψη ωστόσο εξέδωσε απόφαση να τηρηθούν τα σύνορα του 1913, και μάλιστα όρισε ως σύνορο Ελλάδος και Αλβανίας τα όρια μεταξύ των καζάδων Κορυτσάς και Καστοριάς αντί του υδροκρίτη μεταξύ του άνω ρου του Δέβολη και του άνω ρου του Αλιάκμονα, που περιλαμβανόταν στο πρωτόκολλο της Φλωρεντίας του 1913, με αποτέλεσμα 14 χωριά του καζά της Κορυτσάς που ανήκαν στην Ελλάδα από τότε να περιέλθουν στην Αλβανία. Το θέμα των αλβανικών συνόρων όμως δεν ανήκε στην αρμοδιότητα της Πρεσβευτικής Διάσκεψης, αφού η Αλβανία δεν είχε υπογράψει τις συνθήκες της ειρήνης. Στις 7 Μαρτίου 1923 η επιτροπή χάραξης με επικεφαλής τον Ιταλό στρατηγό Tellini έφτασε στην Ηπειρο, αλλά άρχισε τις εργασίες της μόλις τον Μάιο εκείνου του χρόνου.

    Στις 27 Αυγούστου βρέθηκαν δολοφονημένοι στον δρόμο των Ιωαννίνων προς την Κακαβιά (σε ελληνικό έδαφος) ο Tellini, ο ταγματάρχης Corti, ο υπασπιστής λοχαγός Bonaccini, ο οδηγός του αυτοκινήτου και ένας διερμηνέας. Χωρίς να περιμένει τα αποτελέσματα των ανακρίσεων που η ελληνική κυβέρνηση διέταξε να γίνουν, ο Μουσολίνι, μέσω του κατά τα πάντα δυσάρεστου προς τους Ελληνες Ιταλού πρεσβευτή Montagna, επέδωσε στην Επανάσταση του 1922 τελεσιγραφική διακοίνωση 24ώρου προθεσμίας, που περιείχε τους ακόλουθους όρους:

    1) Απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία και στις σορούς των δολοφονημένων. 2) Αίτηση συγγνώμης προς την Ιταλία. 3) Τέλεση μνημοσύνου παρουσία του υπουργικού συμβουλίου. 4) Συμμετοχή του στρατιωτικού ακολούθου της ιταλικής πρεσβείας στις ανακρίσεις. 5) Καταδίκη σε θάνατο των ενόχων. 6) Καταβολή 50.000.000 λιρεττών.

    Από τις απαιτήσεις αυτές μόνον οι τρεις πρώτες έγιναν δεκτές, ενώ οι υπόλοιπες απορρίφθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία δεχόταν ωστόσο να προσφέρει αρωγή στις οικογένειες των θυμάτων. Ακόμη η Ελλάδα πρότεινε στην Ιταλία να αναθέσουν την επίλυση της διαφοράς στην Κοινωνία των Εθνών, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Αλεξανδρής διαβεβαίωνε τον Μουσολίνι με προσωπικό τηλεγράφημα ότι οι δολοφόνοι του στρατηγού δεν ήταν Ελληνες, αλλά ληστές αλβανικής καταγωγής.


    http://news.kathimerini.gr

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Βομβαρδισμός αμάχων

    Στις 31 Αυγούστου, η Πρεσβευτική Διάσκεψη κάλεσε με διακοίνωσή της την ελληνική κυβέρνηση να ενεργήσει με ταχύτητα για να βρεθούν οι ένοχοι. Η Ελλάδα στην προσπάθειά της να επιδείξει καλή θέληση απάντησε ζητώντας από τη Διάσκεψη τη σύσταση ειδικής επιτροπής, που θα διεξήγε έρευνες για τον καταλογισμό των ευθυνών, αλλά και για να επεκταθούν οι ανακρίσεις στο αλβανικό έδαφος. Στις 31 Αυγούστου 1923, τρία θωρηκτά, δύο βαρέα και δύο ελαφρά καταδρομικά, έξι αντιτορπιλικά, τορπιλοβόλα και υποβρύχια του ιταλικού ναυτικού, στρέφονταν εναντίον της ελληνικής Κέρκυρας, με τελεσιγραφική απαίτηση προς τον νομάρχη Ευριπαίο άμεσης παράδοσης του νησιού. Παρά την ειδοποίηση που έλαβαν ότι στα ανοχύρωτα φρούρια ήταν πρόχειρα εγκατεστημένοι πρόσφυγες, οι Ιταλοί απάντησαν στην άρνηση του νομάρχη με πυρά που κράτησαν 25 λεπτά και που στοίχισαν τη ζωή σε 15 αμάχους και τραυμάτισαν άλλους 35. Αμέσως μετά ιταλικές δυνάμεις κατοχής εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα. Η κατάληψη της Κέρκυρας ήταν θέμα που απειλούσε τη διεθνή ειρήνη και γι' αυτό ανήκε αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της ΚτΕ, ενώ η Διάσκεψη ως διάδικος στην υπόθεση της δολοφονίας δεν είχε δικαίωμα να παίζει και το ρόλο του δικαστή. Η άστοχη ελληνική παραδοχή της ανάμειξης της Διάσκεψης στην υπόθεση αυτή αχρήστευσε την προσφυγή στην ΚτΕ, καθώς μάλιστα ο Μουσολίνι, επωφελούμενος από τη διαλλακτικότητα της Ελλάδος, υποστήριζε ότι η Διάσκεψη και όχι η ΚτΕ (όπου η ψήφος των μικρών χωρών μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντά του) ήταν αρμόδια για να επιλύσει τη διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες. Στις 8 Σεπτεμβρίου, η Διάσκεψη ανακοίνωσε στην Ελλάδα ότι έπρεπε περίπου να δεχθεί τους ιταλικούς όρους.

    Μοιρολατρική υποχωρητικότητα με δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος

    Η Διάσκεψη αγνόησε με κυνισμό τόσο την έκθεση της δικής της επιτροπής, η οποία γνωμοδότησε υπέρ της Ελλάδας, όσο και την κατάθεση ενός λήσταρχου, του Κώτσου Μέμου (που ισχυρίσθηκε ότι η αλβανική αστυνομία του Αργυροκάστρου του είχε ζητήσει να δολοφονήσει τους Ιταλούς), και πριν περάσει η προθεσμία που είχε θέσει για την ανακάλυψη των ενόχων εξέδωσε απόφαση, βάσει της οποίας η Ελλάδα υποχρεωνόταν να πληρώσει 50 εκατομμύρια λιρέττες στην Ιταλία. Αν σκεφτεί κανείς ότι το ποσό αυτό αντιστοιχούσε με 500.000 λίρες Αγγλίας και ότι η Ελλάδα με πολλούς κόπους εξασφάλισε από την Τράπεζα της Αγγλίας δάνειο 750.000 λιρών για να αντιμετωπίσει με προσωρινά μέτρα τις ανάγκες των προσφύγων, θα αντιληφθεί τις επιπτώσεις μιας τέτοιας αποζημίωσης στον κρατικό προϋπολογισμό.

    Οι έντονες ελληνικές διαμαρτυρίες και οι αναφορές στις αρχές της ηθικής και του δικαίου δεν απέτρεψαν την τελική αποδοχή των όρων. Ο αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην ΚτΕ Ι. Πολίτης εισηγήθηκε προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης, την οποία όμως η Επανάσταση του 1922 απέρριψε.

    Τακτική συμβιβασμών

    Παρά την ελληνική, μοιρολατρική σχεδόν, υποχωρητικότητα, οι Ιταλοί εξακολουθούσαν να κατέχουν την Κέρκυρα, με τον ισχυρισμό ότι θα έφευγαν μόνο μετά τη σύλληψη και την τιμωρία των ενόχων για τον φόνο του Tellini.

    Η Ελλάδα είχε από την 1η Σεπτεμβρίου 1923 καταφύγει στην ΚτΕ, ζητώντας από το Συμβούλιο του Οργανισμού να αναλάβει τη διευθέτηση της διαφοράς με την Ιταλία. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ο Ιταλός αντιπρόσωπος αποκρούοντας την επέμβαση της ΚτΕ με τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα είχε δηλώσει ότι θα σεβαστεί το πόρισμα της Διάσκεψης και ότι συνεπώς παραδεχόταν την ενοχή της στην υπόθεση της δολοφονίας, υπέδειξε έμμεσα το μεγάλο διπλωματικό σφάλμα των Ελλήνων. Μάταια ο γραμματέας της ελληνικής αντιπροσωπείας, Ι. Πολίτης, προσπάθησε να εξηγήσει ότι η χώρα του δεν είχε προσφύγει στη Διάσκεψη, αλλά είχε απαντήσει μόνο στη διακοίνωσή της ότι θα δεχόταν τα πορίσματα της ανακριτικής επιτροπής που εκείνη θα κατάρτιζε. Η ΚτΕ με ανακούφιση εγκατέλειψε την υπόθεση στην κρίση της Πρεσβευτικής Διάσκεψης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η εκκρεμότητα, τέλος, της ελληνικής προσφυγής στο Δικαστήριο της Χάγης έδωσε στην Αγγλία τη δυνατότητα να πείσει την Ιταλία να αποσυρθεί από την Κέρκυρα.

    Ο Πλαστήρας, ο οποίος θέλησε κάποια στιγμή να αντισταθεί στην ιταλική εισβολή, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τις αποτρεπτικές συμβουλές του Γονατά και του υπουργού Εξωτερικών Αλεξανδρή. Η απαισιόδοξη διάθεση με την οποία οι Ελληνες διπλωμάτες αντιμετώπιζαν τη δυνατότητα της ΚτΕ να απονέμει δικαιοσύνη, ιδιαίτερα όταν θίγονταν συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, τους οδηγούσε σε μια τακτική συμβιβασμών, που απέκλειε την εκμετάλλευση των μικρών ευκαιριών που πρόσφερε ο Οργανισμός. Η απαισιοδοξία τους δεν ήταν βέβαια αβάσιμη. Η πλεονεκτική θέση των Μεγάλων Δυνάμεων στο εκτελεστικό όργανο της ΚτΕ -το Συμβούλιο- επηρέαζε αποφασιστικά και τις αποφάσεις του Οργανισμού.

    Κακό προηγούμενο

    Η αποχή της ΚτΕ από οποιαδήποτε μεσολαβητική ενέργεια θεωρήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις προϋπόθεση ειρηνικής ικανοποίησης των ιταλικών απαιτήσεων. Η παρουσία των μικρών χωρών στον Οργανισμό δημιουργούσε κίνδυνο για την Ιταλία να θεωρηθεί η απροκάλυπτη στρατιωτική της επέμβαση κακό προηγούμενο που εγκυμονούσε κινδύνους για όλες τις μικρές χώρες. Μολονότι ακούστηκαν αυστηρές κρίσεις εναντίον της Ιταλίας μέσα στην ΚτΕ, ο Οργανισμός στάθηκε αμέτοχος στον διακανονισμό του ζητήματος. Η επιτυχία του Μουσολίνι στην πρώτη του διεθνή αναμέτρηση μεγάλωσε το γόητρό του αλλά και την περιφρόνησή του για τον θεσμό της συλλογικής ασφάλειας.
    * Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή