Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

«Ομογενής, ήτοι Έλλην ή Αλβανός την καταγωγήν»

13/02/2011






του Λαμπρου Μπαλτσιωτη







Δύο ζητήματα αναδεικνύονται με την συγκεκριμένη απόφαση. Το ένα αφορά τη σχέση των δικαστών με την ιστορία, το παρελθόν και έναν πυρήνα αντιλήψεων που σχετίζονται με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Το άλλο αφορά την άγνοια των δικαστών σε σχέση με την ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας, ιστορία αποκρύψεων, αντιφάσεων και αλλαγών, καθώς η αποκάλυψή της θα έφερνε στο φως την ανάλογη ιστορία διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους. Όπως βέβαια και σε όλα τα έθνη, έτσι και στο ελληνικό, η απάντηση στο ποιος μπορεί να ανήκει σε αυτό ήταν διαφορετική ανάλογα με την περίοδο ή και τη συγκυρία.



Το πρώτο ζήτημα επιβεβαιώνει ότι οι δικαστές, πέρα από τη νομική τους παιδεία, δεν είναι παρά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Και ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, αριστερός, δεξιός, προοδευτικός, συντηρητικός, άθεος, βαθύτατα θρησκευόμενος και ό,τι άλλο, θεωρεί ότι έχει μια ιδιαίτερη μοναδική καταγωγή, σαν μια ευθεία γραμμή να τον συνδέει χιλιάδες χρόνια με ένα αιώνιο, αμετάβλητο και πάντα υπάρχον ελληνικό έθνος. Όσο λοιπόν κυριαρχεί αυτή η αντίληψη, που δημιουργεί την πεποίθηση ότι αν χανόταν η καταγωγική συνέχεια θα χανόταν και το ελληνικό έθνος, δεν μπορεί παρά να παράγονται και τέτοιες αποφάσεις.



Το δεύτερο ζήτημα αξίζει ίσως μεγαλύτερη ανάλυση. Σήμερα γνωρίζουμε ότι καμία ιθαγένεια δεν υπήρξε αμιγώς στηριγμένη στο δίκαιο του αίματος ή στο δίκαιο του εδάφους. Ακόμη όμως και σε παραδειγματικές ιθαγένειες του αίματος, όπως μέχρι πρόσφατα η γερμανική, η καταγωγή δεν ήταν παρά μια επίφαση: Γερμανός ήταν όποιος ο ίδιος ή οι πρόγονοί του μιλούσαν γερμανικά, αλλά και αυτό εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται ακόμη με εξώφθαλμες αντιφάσεις. Αντίστοιχα, η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας, είναι η ιστορία του ορθόδοξου που σχετίζεται με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Από τα Επαναστατικά Συντάγματα μέχρι σήμερα, η δυνατότητα ένταξης στην εθνική κοινότητα προσδιοριζόταν κυρίαρχα από την ένταξη στην ορθοδοξία. Αυτό ήταν που ένωνε --και ενώνει-- τον κουρδόφωνο του Ντιγιάρμπακιρ (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι Έλληνες) με τον αλβανόφωνο της Μεσσηνίας. Η ίδια θεώρηση απαγόρευε την ένταξη στο ελληνικό έθνος του ελληνόφωνου μουσουλμάνου, ακόμη και του γιου κάποιου που εξισλαμίστηκε.



Βέβαια, εκ των υστέρων, η γλωσσική ή όποια άλλη «απόκλιση» επενδύεται με ευφάνταστα σχήματα, όπως πόσο κοντά στα αρχαία ελληνικά είναι τα αρβανίτικα ή πόσο «σλαβοφανές» είναι το «ιδίωμα» στη Μακεδονία. Άλλωστε, η μόνη καταγωγική περίοδος του ανήκειν στο ελληνικό έθνος που αμφισβητήθηκε η σημασία της θρησκευτικής ένταξης, ήταν αυτή που Έλληνες και Αλβανοί θεωρούνταν «αδέλφια» που έχουν ίδιο αίμα λόγω κοινών προγόνων, και παρήγαγε ρυθμίσεις που δεν ταιριάζουν με το σχήμα του ΣτΕ, όπως για παράδειγμα ένα Διάταγμα του 1904 που έδινε τη δυνατότητα αυτόματης κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας σε όποιον εισάγονταν στη Σχολή Ευελπίδων αν ήταν «ομογενής, ήτοι Έλλην ή Αλβανός την καταγωγήν».1 Ούτε βέβαια το άλλο μείζον καταγωγικό σχήμα θα έβρισκε σύμφωνο το ΣτΕ, το ότι ιθαγένεια και «ελληνική εθνική καταγωγή» σε ένα παιδί μπορούσε μέχρι το 1983 να προσδώσει μόνο ο άντρας, το αίμα της γυναίκας δεν ήταν εθνικά άξιο να το κάνει. Η δε «ελληνική καταγωγή» δεν απέτρεψε τον νομοθέτη και το ΣτΕ να αποβάλουν από το έθνος και να αφαιρέσουν την ιθαγένεια σε δεκάδες χιλιάδες αριστερούς ως «αντεθνικώς δρώντες».



Τι ήταν τέλος πάντων αυτό που συνέδεε στον Μεσοπόλεμο την πόντια νύφη που έπρεπε να πλένει τα πόδια του πεθερού της με την κυρία των Αθηνών στην οποία ήταν ανεκτές οι προγαμιαίες σχέσεις; Ούτε η «καταγωγή» ούτε η γλώσσα ούτε οι «κοινές ή εθνικές παραδόσεις», τις οποίες επικαλούνται παλαιότερες αποφάσεις του ΣτΕ. Εν τέλει, αυτό που συνέδεε αυτούς τους ανθρώπους, το ελληνικό έθνος, ήταν η βούλησή τους να ανήκουν σε μια κοινότητα, βούληση άλλες φορές πιο ξεκάθαρη, άλλες όχι, άλλες που αποκτήθηκε μετά από τριβές, άλλες μετά από πίεση. Και η σταδιακή αυτή ένταξη στην εθνική κοινότητα αφορούσε πολλές κοινότητες, όχι μόνο διεκδικούμενες από αντίπαλους εθνικισμούς, αλλά και ελληνόφωνες, όπως, για παράδειγμα, μερικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου.



Η ένταξη σε κάθε εθνική κοινότητα, εγγενώς σύνθετη και αντιφατική, εξελίσσεται, μεταβάλλεται. Το ίδιο και το ποιος έχει δικαίωμα και ποιος αποκλείεται από την ιθαγένεια. Σήμερα βρισκόμαστε όντως μπροστά σε μια τομή, και είναι κατανοητό να προκαλούνται τριβές. Ας υποθέσουμε όμως ότι μπροστά στους δικαστές που εξέδωσαν τη συγκεκριμένη απόφαση παρουσιάζονταν δύο έφηβοι. Ο ένας απόγονος κάποιου που έφυγε από την Πελοπόννησο πριν έξι γενιές (με 1,5% ελληνικό αίμα!), με πλήρη άγνοια των ελληνικών και της Ελλάδας και έλληνας πολίτης με τη λογική της καταγωγής αλλά και με το ισχύον και σήμερα δίκαιο, ακόμη και μετά τη μεταρρύθμιση του 2010. Ο άλλος ένα παιδί χωρίς «ελληνική καταγωγή» που γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι οι ίδιοι δικαστές θα διάλεγαν ως κατάλληλο να είναι έλληνας πολίτης τον δεύτερο.







Ο Λάμπρος Μπαλτσιώτης είναι ιστορικός, ειδικός σε ζητήματα ιστορίας της ελληνικής ιθαγένειας.











1 Αλβανός στο πλαίσιο της εποχής εκείνης σήμαινε κυρίως τον αλβανόφωνο μουσουλμάνο.

http://www.hlhr.gr/details.php?id=504









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου